Ενδιαφέροντα 'Αρθρα

'Αρθρα που αλιεύσαμε από το διαδίκτυο
0
0
0
s2sdefault
Αν ένας Βολιώτης που ανησυχεί, προβληματίζεται και αναζητεί την αλήθεια των καιρών, για να κοιτάξει καθαρά το μέλλον, δεν έχει παρά να ανηφορίσει προς τα Μελισσάτικα. Εκεί εδρεύει η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως. Θα παρακολουθήσει διαλέξεις, διάλογους και ομιλίες, θα διαβάσει εισηγήσεις και βιβλία, που έχουν εκδοθεί με υλικό συνεδρίων που οργάνωσε η Ακαδημία. Για να το πούμε απλά, με δυο λόγια. Ο ανήσυχος Βολιώτης θα συναντήσει, όχι τη νεωτερικότητα, που δεν ήλθε ποτέ, όχι μόνο στην Εκκλησία και στο ελληνικό κράτος. Θα συναντήσει τη μετανεωτερικότητα. Θα συνομιλήσει, όχι μόνο με τη σύγχρονη θεολογική άποψη, αλλά και με την ιστορία. Υπό μία έννοια, θα γίνει πιο σοφός, ή μάλλον, θα δει και την Πολιτική όπως πρέπει να τη βλέπει ένας ελεύθερος πολίτης.
 
Χθες έληξε ένα ακόμη σημαντικό συνέδριο, που είχε ως θέμα "Εκκλησιολογία και Εθνικισμός στη μεταμοντέρνα εποχή". Είναι εκπληκτικό πόσες προσωπικότητες - θεολόγοι, ιεράρχες, ιστορικοί - Έλληνες και ξένοι μίλησαν τα τελευταία χρόνια στις εκδηλώσεις της Ακαδημίας. Και είναι ανεξήγητο, πως το έργο της Ακαδημίας, το οποίο ευλογεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης και χαιρετίζουν ξένα φημισμένα πνευματικά ιδρύματα, προκαλεί αντιδρά¬σεις και επιθέσεις εναντίον του ιδρυτή της Ακαδημίας Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου και του διευθυντή της κ. Παντελή Καλαϊτζίδη.
   
Η προσφορά του κ. Ιγνατίου στην Εκκλησία, τον Πολιτισμό, τη Μαγνησία και τη χώρα, μόνο με τη στήριξη της Ακαδημίας, φτάνει και περισσεύει για να χαρακτηριστεί ανεκτίμητη και για να αποσπάσει τις θερμές ευχαριστίες των πιστών και των πολιτών. Δυστυχώς, όμως, και στην περίπτωση του κ. Ιγνατίου ισχύει το ρηθέν "ουδείς προφήτης στον τόπο του".
   
Πρόσφατα εκδόθηκε από τον Εκδοτικό Οίκο ΙΝΔΙΚΤΟΣ το νέο βιβλίο του διευθυντή της Ακαδημίας Παντελή Καλαϊτζίδη. Φέρει τον τίτλο "Ορθοδοξία - Ελληνισμός στη σύγχρονη Ελλάδα".
    
Η ιστορική διαδρομή και η θεολογική κριτική της ταύτισης Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, οι ερμηνείες και η καταγραφή των τάσεων, που επιχειρεί ο Παντελής Καλαΐτζίδης, δεν αφορούν μόνο όλους όσοι ενδιαφέρονται για τη Θεολογία και την Ιστορία. Ενδιαφέρουν και όλους όσοι παρακολουθούν τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά τεκταινόμενα των τελευταίων χρόνων.
  
Είναι, κατά την ταπεινή μας γνώμη, και ένα μάθημα Πολιτικής. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που φέρει τον τίτλο "Προκλήσεις και Προοπτικές":
   
Η εθνοκεντρική και ελληνοκεντρική αυτή κατανόηση της σχέσης Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, όπως και η φονταμενταλιστικού τύπου ριζοσπαστικοποίηση των «υπερθόδοξων» κινημάτων, δεν μένουν, ευτυχώς, χωρίς αντίλογο στη σύγχρονη ελληνική Ορθοδοξία. Σήμερα που υπάρχει συντεταγμένη πολιτεία, που το ελληνικό κράτος μοιάζει να έχει οριστικά διαμορφωθεί και η ιστορική συγκυρία είναι πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν στο τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ή στους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατοχής, πολλοί Έλληνες θεολόγοι υποστηρίζουν ότι έχει φτάσει πλέον η ώρα να αμφισβητήσουν, για λογαριασμό της Εκκλησίας και της θεολογίας, το αυτονόητο της ταύτισης Εκκλησίας και έθνους, Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, Ορθοδοξίας και νεοελληνικής ταυτότητας. Ήδη από τη δεκαετία του 1960, μια νέα γενιά θεολόγων και διανοουμένων που εκφράστηκε κυρίως μέσα από το περιοδικό Σύνορο, πρόβαλε το αίτημα της εκκλησιαστικής και θεολογικής ανανέωσης, της επανεύρεσης της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας και Παράδοσης, ενώ παράλληλα άρχισε να αμφισβητεί την καθιερωμένη και αυτονόητη μέχρι τότε ταύτιση Εκκλησίας και έθνους. Οι θεολογικές και γενικότερα ιδεολογικές, όμως, καταβολές της θεολογικής αυτής γενιάς, όπως για παράδειγμα απ’ τη μια ο υπερτονισμός του μυστικισμού, της «παράδοσης» και της πρωτολογίας σε βάρος του ιστορικού, βιβλικού και εσχατολογικού, και από την άλλη οι επιρροές που η γενιά αυτή δέχτηκε από τις αναζητήσεις για την ελληνικότητα της λογοτεχνικής γενιάς του ’30, δεν της επέτρεψαν να φτάσει ως το τέλος των προθέσεών της, ενώ, αργότερα, οι ευρύτερες γεωπολιτικές και διεθνείς εξελίξεις (παγκοσμιοποίηση, πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας, εθνοτικοί/θρησκευτικοί πόλεμοι στα Βαλκάνια, κ. ά.), συνέτειναν στην εμφάνιση, ακόμη και σε αυτούς τους ανανεωτικούς θεολογικούς κύκλους, συμπτωμάτων αναδίπλωσης, απομονωτισμού και αντιδυτικισμού.  Η δεκαετία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου (1998-2008), με τον υπερτονισμό της «εθνικής αποστολής της Εκκλησίας» αφενός, και οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες του 2000 για εκσυγχρονισμό του κράτους και της διοίκησης, για πλήρη προσαρμογή της Ελλάδος στα ευρωπαϊκά δεδομένα με νομοθετικά μέτρα όπως η διαγραφή του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες και η φιλελευθεροποίηση της θρησκευτικής νομοθεσίας αφετέρου, πυροδότησαν στην Ελλάδα μια παθιασμένη δημόσια συζήτηση για τη σχέση Ορθοδοξίας και νεοελληνικής ταυτότητας, Εκκλησίας και έθνους. Τα παραπάνω στάθηκαν η αφορμή ώστε η νεώτερη, μετά το 1990, γενιά των Ελλήνων θεολόγων, όχι απλώς να κάνει λόγο για επιστροφή στην αυθεντική εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία, υπογραμμίζοντας την ευχαριστιακή συγκρότηση της Εκκλησίας και την εσχατολογική της φύση, αλλά και να επιζητεί τις συνέπειες και τις προεκτάσεις της επιστροφής αυτής στο θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και έθνους, υπενθυμίζοντας παράλληλα την ξεχασμένη κοινωνική στράτευση και ευθύνη της Εκκλησίας και των πιστών της. Οι νέοι αυτοί θεολόγοι επιμένουν έτσι στο γεγονός ότι υπάρχει πραγματική διαφοροποίηση, και όχι ταύτιση, μεταξύ Ιστορίας της σωτηρίας και Ιστορίας του έθνους, εκκλησιακών και εθνικών κριτηρίων, εκκλησιακής και εθνο-πολιτισμικής ταυτότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των καινούργιων αυτών τάσεων που παρατηρούνται στη νεώτερη γενιά των Ελλήνων θεολόγων για την σχέση Εκκλησίας και έθνους, Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, αποτελεί το αφιέρωμα του γνωστού θεολογικού περιοδικού Σύναξη με τον εύγλωττο τίτλο: «Εκκλησία και έθνος: δεσμοί και δεσμά» (τχ. 79, 2001). Στο τεύχος αυτό, αρκετοί από τους νεώτερους Έλληνες θεολόγους ασκούν έντονη κριτική στην εθνοκεντρική ρητορική της Εκκλησίας και την πλήρη εθνικοποίησή της, όπως επίσης και στην πρόσδεση και εξάρτησή της από το κράτος, καλώντας την Εκκλησία να απευθύνεται στο εξής προς τον κόσμο με τους όρους της κοινωνίας των πολιτών και όχι με αυτούς του έθνους.
   
Το σοβαρότερο, πάντως, δίλημμα για την ελληνική Ορθοδοξία την παρούσα ώρα, μοιάζει, κατά την γνώμη μας, να επικεντρώνεται στο ερώτημα εάν είμαστε εν τέλει «τέκνα Αβραάμ» - με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα θέματα που μας απασχολούν - ή «τέκνα Πλάτωνος». Αν η αναφορά μας ως πιστών βρίσκεται στον Αβραάμ και στην κίνηση εξόδου «εκ της γης και εκ της συγγενείας»  που αυτός πραγματοποιεί και προτυπώνει, στην κίνηση εξόδου από τα «πάτρια» δηλαδή, ή σε κάποια ελληνική συνέχεια, σε κάποια υποτιθέμενη διαχρονική πολιτιστική ελληνικότητα. Αν ως χριστιανοί αποδεχόμαστε να σαρκώνουμε ξανά και ξανά στη ζωή μας την κλήση/πρόσκληση που απευθύνει αρχετυπικά ο Θεός στον Αβραάμ: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου εις την γην, ην αν σοι δείξω. Και ποιήσω σε εις έθνος μέγα και ευλογήσω σε και μεγαλυνώ το όνομά σου, και έση ευλογητός. [...] και ενευλογηθήσονται εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης» . Το ζην και πολιτεύεσθαι, όμως, σύμφωνα με την εξ Αβραάμ γενεαλογία, εμπεριέχει το στοιχείο της ξενητείας, της αναχώρησης και της αποδημίας, της εξόδου, της οδοιπορίας, και της διασποράς, ή ακόμη της εκούσιας εξορίας. Χωρίς αυτά τα βιώματα και αυτές τις υπαρξιακές εμπειρίες δεν υπάρχει ούτε πνευματική ζωή ούτε θεολογία. Γιατί η τελευταία δεν ασκείται στο περιβάλλον της ασφάλειας και της πνευματικής αυτάρκειας που παρέχει η εγκατάσταση και η πρόσδεση σε έναν τόπο, σε ένα πολιτισμό, σε μια πατρίδα. Η χριστιανική ζωή ενέχει το χαρακτήρα της διαρκούς κίνησης και οδοιπορίας. «Ο χριστιανός είναι ένας άνθρωπος που οδεύει “προς”, δεν παραμένει “εντός”», όπως παρατηρεί ο Γάλλος φιλόσοφος Regis Debray . Έχουμε την εντύπωση ότι όλη αυτή η ιδεολογία της «Ελληνορθοδοξίας» ―όπως και οι ανάλογες θεωρίες και μυθολογίες της Αγίας Ρωσίας, της «Τρίτης Ρώμης», του κινήματος των Σλαβόφιλων, του χριστιανικού μεσαιωνικού βασιλείου της Σερβίας, του «σερβικού λαού ως υπηρέτη του Θεού», της αντιοχειανής ιδιαιτερότητας και αραβικότητας, της λατινικότητας της ρουμανικής Ορθοδοξίας, κ.λπ.― δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να εντείνουν την γεωγραφική εγκατάσταση και τον εγκλωβισμό, τον πολιτισμικό συλλογικό μας ναρκισσισμό και την πνευματική αυτάρκεια, ενώ προβάλλουν μια μεταφυσική ουσιοκρατική αντίληψη για την αμετάβλητη μέσα στο χρόνο και την ιστορία εθνοπολιτισμική ταυτότητα, την οποία πολλοί φτάνουν συχνά να ταυτίζουν με την εκκλησιακή. Οι ορθόδοξοι (κυρίως των κατά παράδοση «ορθοδόξων» χωρών) έχουμε τόσο πολύ ταυτιστεί με τις επί μέρους εθνικές Εκκλησίες και τις τοπικές παραδόσεις, έχουμε τόσο πολύ συνδυάσει την Ορθοδοξία με τις επί μέρους εθνικές αφηγήσεις, με τον κάθε λογής μεγαλοϊδεατισμό και εθνικισμό, έχουμε τόσο πολύ συνυφάνει την πίστη με τα ήθη και τα έθιμα, ώστε έχουμε απωλέσει σε μεγάλο βαθμό την συνείδηση καθολικότητας και οικουμενικότητας, και έχουμε ανάγει την Ορθοδοξία στη σφαίρα του εθίμου, της πατρογονικής κληρονομιάς, του στοιχείου της εθνοπολιτισμικής ταυτότητας. Είναι προφανές πως στην μεγάλη μας πλειοψηφία οι ορθόδοξοι έχουμε ανταλλάξει το εκκλησιαστικώς «ανήκειν» με το εθνοπολιτισμικό ή κοινοτιστικό, και έχουμε ταυτίσει τις δομές και τα αυταρχικά πρότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας με τον χρυσό αιώνα της Εκκλησίας και του «χριστιανικού» πολιτισμού. Έτσι εξηγείται γιατί σε αντίθεση με την τάση που παρατηρείται σε άλλες χριστιανικές - ή και ευρύτερα θρησκευτικές - παραδόσεις, όπου προβάλλει επιτακτικά σήμερα το αίτημα του «εμπολιτισμού» (του εγκεντρισμού, δηλαδή, σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, inculturation), στην περίπτωση των «ορθόδοξων» λαών, με τον γνωστό στενότατο -έως ταυτίσεως ορισμένες φορές - σύνδεσμο Εκκλησίας και έθνους, Εκκλησίας και τοπικών παραδόσεων, αυτό που φαίνεται να χρειάζεται επειγόντως είναι μία αποδέσμευση από τους συγκεκριμένους πολιτισμούς και τις τοπικές παραδόσεις (deculturation), μία επανιεράρχηση προτεραιοτήτων ανάμεσα στα θεολογικά και πολιτισμικά κριτήρια, μία νέα ισορροπία ανάμεσα στο τοπικό και το οικουμενικό, στο επί μέρους και το καθολικό.
    
Με τα όσα, πάντως, παραπάνω περιγράψαμε και αναλύσαμε για τη σχέση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού στη σύγχρονη Ελλάδα, ίσως να γίνεται πλέον ευκολότερα αντιληπτό ότι για την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία η υιοθέτηση ενός οικουμενικού εκκλησιαστικού λόγου, απαλλαγμένου από τις συνεχείς αναφορές στο έθνος και από τα σχήματα της κωνσταντίνειας περιόδου, δεν αποτελεί απλώς ένα αίτημα γνησιότητας, αυθεντικότητας και πιστότητας προς την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και παράδοση. Είναι ταυτοχρόνως και μια απολύτως απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση, ένας απαράβατος όρος, προκειμένου να υπερβεί η Ορθοδοξία την παγίδευσή της στον κοινωνικό συντηρητισμό και αναχρονισμό, στην παραδοσιαρχία, την ιεροποίηση και εσωτερίκευση των προνεωτερικών αυταρχικών και πατριαρχικών δομών, προκειμένου, με άλλα λόγια, να εισέλθει, επιτέλους, η Εκκλησία μας στον αιώνα που ζούμε και να μην βρίσκει εύκολο και βολικό καταφύγιο σε περασμένες εποχές. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, χωρίς αυτήν την προϋπόθεση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αληθινή και διαρκής αποκάλυψη του Θεού στην κτίση και την Ιστορία, ούτε Εκκλησία που να προσεύχεται, να διαλέγεται και να αγωνίζεται «υπέρ της του κόσμου ζωής».  
    
Υπό το φως των ανωτέρω, μια σημερινή συζήτηση της σχέσης Ορθοδοξίας και Ελληνισμού οφείλει μετά το περιγραφικό και διαπιστωτικό της μέρος να υπενθυμίζει ότι η παρένθεση που άνοιξε το 1453 πρέπει κάποτε επιτέλους να κλείσει και η Εκκλησία να ξαναγυρίσει στην κυρίως αποστολή της που είναι ο ευαγγελισμός και η μεταμόρφωση του κόσμου και του ανθρώπου, το κήρυγμα της ερχόμενης βασιλείας του Θεού για τη σωτηρία και την αποκατάσταση όλης της κτίσης. Στην ευρύτερη δε προοπτική των συνεπειών που απορρέουν από μια κριτική προσέγγιση αυτής της σχέσης θα πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι η Εκκλησία είναι πορεία προς τα έσχατα και όχι επιστροφή στην ένδοξη και πονεμένη ιστορία του Βυζαντίου / Ρωμηοσύνης, της Τουρκοκρατίας ή του Νέου Ελληνισμού. Εάν η Εκκλησία επιθυμεί λοιπόν να μιλήσει στο σύγχρονο άνθρωπο και όχι στον αμετάκλητα ξεπερασμένο κόσμο του χθες, τότε επείγει όσο ποτέ άλλοτε η ανάγκη υπέρβασης του εθνοκεντρικού λόγου, όπως και η οριστική εγκατάλειψη κάθε ονείρου επιστροφής σε θεοκρατικά σχήματα ή σε οποιαδήποτε άλλη αντιμοντερνιστική ρομαντική εκδοχή «χριστιανικής κοινωνίας».
    
Η φονταμενταλιστική αναδίπλωση, ο νεοεθνικισμός και ο ελληνοκεντρισμός, δεν παραπέμπουν στην αληθινή ταυτότητα της Ορθοδοξίας, αλλά στους πειρασμούς που καλείται διαρκώς να αποκρούει και να υπερβαίνει η γρηγορούσα θεολογική της αυτοσυνειδησία. Στη δίψα του σημερινού ανθρώπου για ζωή, η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να απαντήσει με τη δική της πρόταση ζωής, με τα δικά της «ρήματα ζωής αιωνίου»,  και όχι με τη συνεχή επίκληση του παρελθόντος και της προσφοράς της στους αγώνες του έθνους, που θυμίζει περισσότερο μουσειακό λόγο, παρά λόγο ζωντανό που να μπορεί να ξεδιψάσει πνευματικά.
 

Hμερολόγιο Εκδηλώσεων

Ανακοινώσεις

Πολιτική, Κοινωνία και Πολιτισμός στην Ορθόδοξη Θεολογία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Πολιτική, Κοινωνία και Πολιτισμός στην Ορθόδοξη Θεολογία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Πρόγραμμα Συνεδρίου Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020 18.00-18.30 Εγγραφές Α΄ Συνεδρία Προεδρεύων: Παντελής Καλαϊτζίδης Διευθυντής Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών 18.30 - 18.45 Έναρξη Περισσότερα
  • 1
  • 2
  • 3